Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

ΕΝΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

«Δε μ’ ενδιαφέρουν οι άνθρωποι, μα η φλόγα που τρώει τους ανθρώπους»
Νίκος Καζαντζάκης
γράφει η Marta Silvia Dios Sanz

Η ζωή του Μαρτί, «μια από τις πιο έντονες, γενναίες και αγνές ζωές που έχουν περάσει από τη γη» κατά το μεγάλο συγγραφέα Ονίς, είναι αφοσιωμένη στην ελευθερία της Κούβας. Η Κούβα ήταν τότε υπό το ζυγό της Ισπανίας και το καθεστώς ήταν πολύ αυστηρό. Όλα περνούσαν από τα χέρια του Ισπανού κατακτητή.

Στα δεκαέξι του χρόνια εκδίδει το πρώτο περιοδικό, «Η ελεύθερη πατρίδα», με τίμημα να υποστεί απερίγραπτα βασανιστήρια…Με μια αλυσίδα γύρω από τη μέση του και άλλη που έφθανε στη φτέρνα του, έπρεπε να περπατάει όλη την ημέρα από στρατόπεδο φυλακισμένων μέχρι τα ορυχεία όπου δούλευε πάνω στην πέτρα επί έξι μήνες. Ο ίδιος ο Μαρτί, μόλις 18 χρόνων, περιγράφει αυτήν τη φρικτή εμπειρία στο βιβλίο του «Η πολιτική φυλακή». Δεν περιορίζεται όμως σε μια εξομολόγηση αλλά αφηγείται τον πόνο των συγκρατούμενων και τις συνθήκες διαβίωσής τους στα κάτεργα.

Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι από τα εφηβικά του χρόνια παρουσιάζει μια τάση να μετουσιώνει κάθε εμπειρία σε βίωμα που θα το πλάθει σε συλλογική μαρτυρία μιας εποχής διαμέσου της γραφής. Το βλέμμα του ατενίζει αγέρωχα ένα ιδανικό. Οι μόνιμοι συνοδοιπόροι του θα είναι η εξορία και το ταξίδι.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη του χρονικού νήματος της ζωής του Μαρτί, πρέπει να πούμε ότι μετά από εκείνους τους βασανιστικούς έξι μήνες, τον στέλνουν στην Ισπανία ως εξόριστο για να συμπληρώσει την ποινή του. Μένει εκεί τέσσερα χρόνια. Ο ποιητής αξιοποιεί την εξορία: διαβάζει με πάθος τους κλασικούς, πηγαίνει συχνά στο μουσείο Δελ Πράδο για να μυηθεί στον ευρύ κόσμο της ζωγραφικής, δημοσιεύει άρθρα και ποιήματα για την ελευθερία της Κούβας, εκφωνεί λόγους, οργανώνει πολιτικές συγκεντρώσεις με τους άλλους εξόριστους, φοιτά στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης και της Σαραγόσας και παίρνει τα πτυχία Φιλολογίας, Φιλοσοφίας και Νομικής. Αν και γλωσσικά αυτοδίδακτος, μεταφράζει από τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα πορτογαλικά μεγάλους συγγραφείς όπως Victor Hugo, J.H.Mahaffy, A.S. Wilkins…Η μετάφραση θα σταθεί ουσιώδες βιοποριστικό μέσο για τον ποιητή. Σκιαγραφείται αθόρυβα η πολύπλευρη προσωπικότητά του: ποιητής, δοκιμιογράφος, δημοσιογράφος, ρήτορας, ακούραστος οργανωτής και υποκινητής της επανάστασης για την ελευθερία της Κούβας.

Όλη αυτήν την κολοσσιαία δραστηριότητα την έκανε με αεικίνητη θέληση για τη ζωή, δεδομένου ότι η υγεία του ήταν σε πολύ λεπτή κατάσταση εξαιτίας μιας πληγής στη μέση που είχαν αφήσει οι αλυσίδες από τα νεανικά χρόνια της φυλάκισής του. Γι’ αυτόν τον λόγο αναγκάστηκε να χειρουργηθεί πολλές φορές στην Ισπανία.

Θα λέει ενδεικτικά ο Μαρτί κάποια χρόνια αργότερα: «Πόσο μεγάλη είναι η βούληση! Πόσο επιβλητικό, παρηγορητικό, μεγαλειώδες και όμορφο είναι το μυστήριο της προσωπικότητας! Πόσο απεριόριστος γίνεται ο άνθρωπος όταν ξέρει να υπάρχει! Στην ανθρώπινη φύση συνυπάρχουν πολλή φωτιά και βουνίσιο χώμα. Υπάρχουν ηλιοκαμωμένοι και ηφαιστειοκαμωμένοι άνθρωποι: κοιτάνε με τη ματιά του αετού, φωσφορίζουν σαν τα άστρα, αισθάνονται όπως θα αισθανόντουσαν τα έγκατα της γης, τα βάθη της θάλασσας και η ηπειρωτική απεραντοσύνη».

Ενώ αγωνιζότανε για την ελευθερία της Κούβας ποτέ δεν ξέχασε τη μεγάλη πατρίδα, τη Λατινική Αμερική. Κατάλαβε όλα τα προβλήματά της, ξεκινώντας από το μεγάλο πρόβλημα του ιθαγενή. Υποστηρίζει ότι η Λατινική Αμερική θα ξεσηκωθεί με τους ιθαγενείς της ή δεν θα ξεσηκωθεί ποτέ. Πιστεύει ότι η Λατινική Αμερική πρέπει να καταπολεμήσει τις επιδράσεις της ισπανικής Αυτοκρατορίας. Η Ισπανία έχει αφήσει πολλές πληγές βαθιά χαραγμένες στη λατινοαμερικανική γη.

Σε μια από τις πολλές επιστολές που έγραψε ο Μαρτί, εκφράζει ορμέμφυτα πεποίθηση την «αποστολή» του: «Να ζω ταπεινά, να δουλεύω πολύ, να την κάνω μεγάλη τη Λατινική Αμερική, να μελετώ τις δυνάμεις της και να τις αποκαλύπτω, να ξεχρεώνω του λαούς για το καλό που λαμβάνω από αυτούς: αυτό είναι το επάγγελμά μου…1 Ταυτόχρονα όμως αγαπάει την Ισπανία, τον πλούσιο πολιτισμό της. Ο Μαρτί βρίσκεται σε μια διελκυστίνδα που καθορίζει μια ιδιαίτερη δημιουργική ματιά πάνω στις πνευματικές, πολιτισμικές και πολιτικές σχέσεις ανάμεσα στη Λατινική Αμερική και την Ισπανία.

Είναι ενδιαφέρον για κάθε μελετητή της λατινοαμερικανικής κουλτούρας να έρθει σε επαφή με το έργο του Μαρτί, ούτως ώστε να εμβαθύνει στην πολιτισμική κατανόηση του λατινοαερικανικού φαινόμενου, τόσο στην ιδιαιτερότητά του ως μοναδική ενότητα ξεκομμένη από την Ισπανία, όσο και στη διασταύρωσή του με τον ισπανικό πολιτισμό.

Αξιοσημείωτο είναι να ανφερθούμε στην ουτοπία του Μαρτί για μια λατινοαμερικανική ενότητα, η οποία θα γινόταν ανεξίτηλη ασπίδα της λατινοαμερικανικής ακεραιότητας απέναντι στην ιμπεριαλιστική πολιτική της Ισπανίας και μετέπειτα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η ουτοπία κύλησε στις φλέβες μεγάλων επαναστατών της Λατινικής Αμερικής έως τώρα. Η Κούβα αναδύεται ως σύμβολο μιας μάχης για να μην χαθεί η λατινοαμερικανική ταυτότητα. Η κραυγή που βγαίνει από το λαβωμένο στήθος της κουβανέζικης γης τραντάζει τα θεμέλια όλης της Λατινικής Αμερικής.

Από το βιβλίο Versos libres (Ελεύθεροι στίχοι, 1882) έχουμε ένα δείγμα του ψυχικού σπαραγμού που κυρίευε την ύπαρξη του Μαρτί απέναντι στην εικόνα μιας Κούβας αλυσοδεμένης που αργοπέθαινε:

ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Δύο πατρίδες έχω: την Κούβα και τη νύχτα.
Μήπως οι δύο είναι μία; Σαν υποχωρεί
ο Μεγαλειότατος ήλιος, με μακρά πέπλα
και ένα γαρύφαλλο στο χέρι, αθόρυβα
η Κούβα σαν θλιμμένη χήρα εμφανίζεται.
Ξέρω ποιο είναι εκείνο το ματωμένο γαρύφαλλο
τρεμάμενο στο χέρι της! Άδειο είναι
όπου ήταν η καρδιά. Ήρθε η στιγμή
να πεθάνει κανείς. Η νύχτα είναι καλή
για τον αποχαιρετισμό. Το φως εμποδίζει
και τον ανθρώπινο λόγο. Το Σύμπαν
μιλάει καλύτερα από τον άνθρωπο.
Σαν σημαία
που καλεί στη μάχη, η μικρή φλόγα
του κεριού κυματίζει. Τα παράθυρα
ανοίγω. Πνίγομαι. Μουγκή, σπάζοντας
του γαρύφαλλου τα φύλλα, σαν νέφος
που θαμπώνει τον ουρανό, χήρα περνάει η Κούβα…

Αποβλέποντας να εντρυφήσουμε στην ποιητική φύση του Μαρτί, προστίθεται εν συνεχεία ένα απόσπασμα από το «ποιητικό πιστεύω» του, το οποίο γράφει στην αρχή του βιβλίου Versos libres (Ελεύθεροι στίχοι, 1882). Θα τολμούσε να πει κανείς ότι αυτή η ποιητική εξομολόγηση απογυμνώνει μια εξαιρετικά λεπτεπίλεπτη ψυχή:

MIS VERSOS (ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ)

« Αυτοί είναι οι στίχοι μου. Είναι όπως είναι. Δεν τους δανείστηκα από κανέναν. Ενώ δεν μπόρεσα να κλειδώσω ακέραια τα οράματά μου μέσα σε μια αντάξια μορφή, τα άφησα να πετάνε ελεύθερα: αχ! Τι αιθέριος φίλος, που δεν γυρίζει πια! Η ποίηση όμως έχει την αγαθοσύνη της, και εγώ πάντα επεδίωκα να είμαι αγαθός. Ξέρω επίσης να περικόπτω στίχους αλλά αρνούμαι να το κάνω. Με τον ίδιο τρόπο που κάθε άνθρωπος έχει τη φυσιογνωμία του, έτσι κάθε έμπνευση εμπεριέχει τη δική της γλώσσα. Αγαπώ τους δύσκολους ήχους, τον εύπλαστο στίχο ο οποίος δονείται σαν πορσελάνη, πετάει σαν πουλί, και είναι φλογερός και σαρωτικός σαν φλόγα ηφαιστείου. Ο στίχος είναι σαν λαμπερό σπαθί που αφήνει στους θεατές την ανάμνηση ενός πολεμιστή οδεύοντας στον ουρανό και, όταν φθάνει στον ήλιο, θρυμματίζεται σε χίλια φτερά…»

Και ακολουθώντας την ίδια γραμμή, ας γευτούμε τη δροσερή του πένα μέσα από κάποιους ενδεικτικούς στίχους παρμένους από το βιβλίο Versos sencillos (Απλοί στίχοι, 1891):

«Άρπα είμαι, λύρα είμαι
όπου το σύμπαν αντηχεί:
Από τον ήλιο έρχομαι, στον ήλιο πηγαίνω:
Είμαι η αγάπη, είμαι ο στίχος».

Από το 1891 η ζωή του Μαρτί μετατρέπεται σε σίφουνα δραστηριοτήτων. Στις αρχές του 1892 ιδρύει το Επαναστατικό Κόμμα της Κούβας όπου τον εκλέγουν πρόεδρο κάθε χρόνο. Ζει μέσα στη φτώχεια, σχεδόν δεν κοιμάται. Θα υπέθετε κανείς ότι όσο πλησιάζει η Μεγάλη Στιγμή της επανάστασης, τόσο απογυμνώνεται ο Ποιητής από τα κοσμικά (μέχρι και την οικογένειά του απαρνήθηκε) για να προσφέρει τη διαμαντένια του ψυχή στην ελευθερία της Κούβας. Ταξιδεύει ασταμάτητα σε διάφορα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών, στην Κεντρική Αμερική, στο Μεξικό και πολλές άλλες χώρες, για να ενθαρρύνει τους εξόριστους Κουβανούς. Μιλάει για την Ελευθερία, για την Κούβα, για τον Άνθρωπο, μαζεύει χρήματα, αγοράζει όπλα, νοικιάζει πλοία, τρένα… Ταυτόχρονα εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό «Πατρίδα», στο οποίο αποτυπώνει όλο το πολιτικό του πιστεύω.

Αξιοσημείωτη είναι η εικόνα του Μαρτί που δημιουργείται μέσα στις ψυχές των φτωχών ανθρώπων. Διαμορφώνεται αβίαστα στη συλλογική συνείδηση τους ένας ζωντανός μύθος Εδώ μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι η επίδραση του Ποιητή πάνω στον απλό κόσμο οφείλεται στο γεγονός ότι τόλμησε να ενσαρκώνει μια Μεγάλη Ιδέα, μια Ζωτική Ελπίδα. Είναι πραγματικά Επαναστάτης, επαναστάτης που αναδύεται μέσα από το πιστεύω του.

Ένα δείγμα αγάπης που τρέφανε οι εργάτες προς τον Μαρτί είναι η επίσκεψή του σ’ ένα εργοστάσιο, στην Αμερική. Αφού τον είδαν οι εργαζόμενες, καταλάβανε αμέσως το μέγεθος του αγώνα και της θυσίας του για την Κούβα. Του χαρίζουν τότε έναν χειροποίητο σταυρό από κοχύλι!

Στις 11 Απριλίου του 1895 φθάνει στις ακτές της Κούβας. Στις 5 Μαΐου γίνεται σπουδαία σύσκεψη του Μαρτί με τους αρχηγούς του στρατού, τον Γκόμες και τον Μασέο. Ο λαός της Κούβας τον θέλει για πρόεδρο…Κάποιες μέρες αργότερα, στις 19 Μαΐου συγκεκριμένα, σε μια στρατιωτική επίθεση εναντίον του ισπανικού καθεστώτος τον βρίσκει μια σφαίρα και πεθαίνει στα 42 του χρόνια.

Στην τελευταία του επιστολή στην κόρη του Μαρία, διαφαίνεται η εσώτατη πλευρά του, η πατρική.
Ακολουθεί ένα απόσπασμα από αυτήν τη συγκινητική επιστολή.

«…Ένα βιβλίο που σου στέλνω είναι L’ Histoire Générale, ένα σύντομο βιβλίο, όπου αφηγείται πολύ καλά όλη την ιστορία της ανθρωπότητας…Θέλω να το μεταφράσεις…Η επιθυμία μου είναι να μεταφραστεί καλά από σένα στα ισπανικά, ούτως ώστε να μπορέσει να εκτυπωθεί και να πουληθεί, αλλά και ταυτόχρονα να επιτρέψει σε σένα και την Καρμίτα να καταλάβετε συνοπτικά και ολιστικά την κίνηση του κόσμου, η οποία πρέπει να διδαχθεί σε όλους…Μία σελίδα την ημέρα, μονακριβή μου κόρη. Μάθε από μένα. Έχω τη ζωή από τη μία μεριά του τραπεζιού, το θάνατο από την άλλη και έναν λαό στις πλάτες μου.

Η ψυχή σου είναι από μετάξι. Να περιτυλίγεις τη μητέρα σου και δωσ’ της όλη την τρυφερότητά σου. Μεγάλη τιμή είναι να έχεις έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο εξαιτίας της. Να είσαι σαν τη γη το πρωί, ηλιόλουστη, όταν κοιτάς μέσα στον εαυτό σου και σε κάθε πράξη σου. Να αισθάνεσαι καθαρή και ελαφριά, σαν το φως. Και εάν δε με ξαναδείς…. βάλε ένα βιβλίο –το βιβλίο που σου ζητάω- πάνω στον τάφο, ή πάνω στον κόρφο σου, επειδή εκεί θα έχω ταφεί αν πεθάνω σε άγνωστο μέρος. Να δουλεύεις. Περίμενέ με.» (Αϊτή την 9η Απριλίου του 1895)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου